Παρασκευή, 27 Ιουλίου 2012

Ολυμπιακοί αγώνες στην αρχαιότητα

"Πολλά ενοχλητικά και κουραστικά πράγματα
υπάρχουν στη ζωή· και στους Ολυμπιακούς Αγώνες
δεν είναι το ίδιο άσχημα τα πράγματα;
Δε σε ψήνει η ζέστη; Δε σε τσαλαπατάει το πλήθος;
Δεν είναι δύσκολο να πλυθείς;
Η βροχή δε σε μουσκεύει ως το κόκαλο;
Δε σε πειράζει ο θόρυβος, η φασαρία και οι άλλες ενοχλήσεις;
Κι όμως, μου φαίνεται πως άνετα,
μετά χαράς μάλιστα, τ' ανέχεσαι όλα αυτά
μόλις σκεφτείς το μοναδικό θέαμα
που θ' αντικρίσεις". 

Επίκτητος, 1ος αιώνας μ.Χ.


                                                    
Οι Αγώνες στην Αρχαία Ελλάδα
Οι Ολυμπιακοί Αγώνες ξεκίνησαν το 776 π. Χ.  στην αρχαία Oλυμπία.  Υπάρχουν δύο μυθολογικές εκδοχές για το πώς ξεκίνησαν.  Η πρώτη αφορά το μύθο του Πέλοπα, από τον οποίο πήρε και το όνομά της η Πελοπόννησος (νησί το Πέλοπα. ) Σύμφωνα με το μύθο, ο βασιλιάς Οινόμαος της Πίσας, κάλεσε σε αγώνα αρματοδρομίας τους μνηστήρες της κόρης του, της Ιπποδάμειας.  Όποιος τον κέρδιζε, θα έπαιρνε την Ιπποδάμεια για γυναίκα του ενώ όποιος έχανε… έχανε και το κεφάλι του! Ο Πέλοπας, πρίγκιπας της μικρασιατικής Λυδιας ήταν ένας από τους μνηστήρες.  Με τη βοήθεια του ηνίοχού του Μυρτίλου, κατέστρωσε ένα σχέδιο για να νικήσει τον Οινόμαο στην αρματοδρομία, σαμποτάροντας το άρμα του.  Έτσι, ο Πέλοπας επικράτησε στην αρματοδρομία, όταν το άρμα του Οινόμαου ανατράπηκε σκοτώνοντάς τον.  Ο Πέλοπας παντρεύτηκε την Ιπποδάμεια και για να γιορτάσει τη νίκη του, καθιέρωσε τους Ολυμπιακούς Αγώνες.  




Σύμφωνα με άλλο μύθο, τους αγώνες καθιέρωσε ο ημίθεος Ηρακλής.  Στον πέμπτο άθλο του, συμφώνησε με τον βασιλιά Αυγέα της Ηλείας να καθαρίσει τους στάβλους του, με αντάλλαγμα το ένα δέκατο των αγελάδων του.  Ο Αυγέας δεν τήρησε την υπόσχεσή του και ο Ηρακλής του κήρυξε πόλεμο, που κέρδισε.  Μετά από τη νίκη, και προς τιμή του πατέρα του Δία, ο Ηρακλής καθιέρωσε τους Ολυμπιακούς Αγώνες. 





Το 776 π. Χ. , διεξάγονται οι πρώτοι Ολυμπιακοί Αγώνες της αρχαιότητας, θεσμός που κράτησε 1170 χρόνια μέχρι το 393 μ. Χ.  που καταργήθηκαν ως ειδωλολατρική τελετή από το βυζαντινό αυτοκράτορα Θεοδόσιο τον 1ο.  Αρχικά, στους Ολυμπιακούς Αγώνες είχαν δικαίωμα συμμετοχής μόνο ελεύθεροι Έλληνες πολίτες.  Αργότερα, με την επικράτηση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας, απέκτησαν δικαίωμα συμμετοχής όλοι οι πολίτες της αυτοκρατορίας.  Οι Αγώνες διεξάγονταν κάθε 4 χρόνια, στην πρώτη πανσέληνο μετά το θερινό ηλιοστάσιο.  Αρχικά κρατούσαν μία μόνο μέρα αλλά όσο πλήθαιναν τα αθλήματα, μεγάλωνε και η διάρκεια διεξαγωγής τους, φτάνοντας τις 5 μέρες.  Για όσο κρατούσαν οι Αγώνες, οι αρχαίοι Έλληνες υπάκουαν στον κανόνα της Ιερής Εκεχειρίας, που σήμαινε διακοπή στις εχθροπραξίες και απαγόρευση εκτέλεσης της θανατικής καταδίκης.  Αρχικά η Ιερή Εκεχειρία είχε διάρκεια ενός μήνα, και αργότερα έφτασε τους τρεις.  


Στους Αγώνες η είσοδος γυναικών στο στάδιο ήταν απαγορευμένη και η τιμωρία για παράβαση ήταν η αυτόματη θανατική καταδίκη με κατακρημνισμό από το όρος Τυπαίο.  Μόνο η Καλλιπάτειρα, κόρη του Ολυμπιονίκη πυγμάχου Διαγόρα του Ρόδιου μπόρεσε να παρακολουθήσει τους αγώνες, χωρίς να καταδικαστεί.  Οι κριτές της έδειξαν επιείκεια, λόγω της "ολυμπιακής" καταγωγής. 



Ολυμπιακά Αθλήματα




Το πρώτο Ολυμπιακό αγώνισμα ήταν ο δρόμος σταδίου, μια κούρσα 200 περίπου μέτρων (ένα στάδιο), που παρέμεινε και το μοναδικό αγώνισμα μέχρι το 724 π. Χ.  όταν προστέθηκε ο δίαυλος, αγώνας δρόμου 400 μέτρων (2 στάδια. ) Στους αγώνες δρόμου οι αθλητές έτρεχαν γυμνοί, θεσμός που καθιερώθηκε στους Ολυμπιακούς του 720 π. Χ. , όταν ένας δρομέας από τα Μέγαρα, ο Όρσιππος, κέρδισε τρέχοντας γυμνός, έχοντας χάσει το περίζωμά του κατά τη διάρκεια του αγώνα.  Το 720 π. Χ.  προστέθηκε άλλο ένα αγώνισμα δρόμου, ο δόλιχος, αγώνας αντοχής μεταξύ 3,5 και 4 χλμ.  Τα αγωνίσματα δρόμου ήρθε να συμπληρώσει το 520 π. Χ.  ο οπλίτης, αγώνας δρόμου 400 μέτρων με πανοπλία.  

Άλλα αθλήματα που προστέθηκαν σταδιακά είναι η πάλη, η πυγμή (πυγμαχία), το παγκράτιο (συνδυασμός πυγμαχίας και πάλης), οι αρματοδρομίες, οι ιππικοί αγώνες και το πένταθλο.  Τα αγωνίσματα του πεντάθλου ήταν το ακόντιο, ο δίσκος, το άλμα, ο δρόμος και η πάλη.  Τα τρία πρώτα διεξάγονταν στα πλαίσια του πεντάθλου ενώ τα άλλα δύο και ως ξεχωριστά αγωνίσματα.  Σύμφωνα με την παράδοση, το άθλημα του πεντάθλου καθιερώθηκε από τον Ιάσονα στους αγώνες των Αργοναυτών στη Λήμνο, για να τιμήσει το φίλο το Παλέα, που πήρε μέρος και στα πέντε αγωνίσματα, κερδίζοντας την πρώτη θέση στην πάλη και τη δεύτερη σε όλα τα υπόλοιπα.  Η διεξαγωγή του άλματος γινόταν με μουσική συνοδεία αυλού, που βοηθούσε τους αθλητές να αποκτήσουν ρυθμό στο τρέξιμο.  



Τιμές Ολυμπιονικών

Οι αθλητές στην αρχαιότητα αγωνίζονταν για τη δόξα, μια και μοναδικό έπαθλο ήταν ένα στεφάνι από κλαδί αγριελιάς, από το ιερό δέντρο της Ολυμπίας.  Με την επιστροφή των ολυμπιονικών στην πόλη, γκρεμιζόταν τμήμα του τείχους της για την είσοδό τους, ενώ σε πολλές πόλεις προβλεπόταν η εφ΄ όρου ζωής δωρεάν σίτιση του ολυμπιονίκη, μια προσφορά που έγινε και στο Σπύρο Λούη όταν κέρδισε το μαραθώνιο στους Ολυμπιακούς του 1896.  Επίσης, κάθε Ολυμπιάδα (η περίοδος τεσσάρων χρόνων από τη μια διοργάνωση στην άλλη) έπαιρνε το όνομα του νικητή του δρόμου σταδίου, του αγωνίσματος με το μεγαλύτερο κύρος.  




Ήλιδα και Πίσα


 ο Κλύμενος, απόγονος τους Ιδαίου Ηρακλή, πενήντα χρόνια μετά τον κατακλυσμό του Δευκαλίωνα εγκαταστάθηκε στην Ολυμπία. Ο Κλύμενος έγινε βασιλιάς και επανίδρυσε τους Ολυμπιακούς αγώνες. Νικήθηκε όμως από τον Ενδυμίωνα γιό του Αέθλιου, ο οποίος με την σειρά του ανέβηκε στον θρόνο. Ο γιος του Ενδυμίωνα έκανε με την Σελήνη πενήντα κόρες, οι οποίες από τότε αντιπροσωπεύουν τους πενήντα μήνες (πενήντα σελήνες, ή φεγγάρια) που σχηματίζουν την εορταστική πεντετηρίδα, και γιαυτό οι Ολυμπιακοί αγώνες διεξάγονταν κάθε τέσσερα χρόνια. Ο Ενδύμιος όρισε έναν αγώνα δρόμου με βραβείο τον θρόνο. Στον αγώνα αυτό πήραν μέρος οι τρεις γιοί του, ο Παίων, ο Επειός και ο Αιτολός. Νίκησε ο Επειός, ο οποίος παραχώρησε το βραβείο στον γιο του και ονοματοδότη της περιοχής της Ήλιδας, τον Ηλείο. Την ίδια εποχή, στην κοντινή Πίσα κυβερνούσε ο Αιτωλικής καταγωγής βασιλιάς Οινόμαος. Πιθανώς οι Ολυμπιακοί αγώνες της εποχής αυτής να διοργανώνονταν βάση της Ολυμπιακής εκεχειρίας, μιας συμφωνίας ειρήνης που είχαν κλείσει ο Ίφιτος από την Ήλιδα, ο Λυκούργος από την Σπάρτη και ο Κλεοσθένης από την Πίσα, αφού σύμφωνα με τον Παυσανία, η συμφωνία αυτή φυλασσόταν στον ναό της Ήρας στην Ολυμπία. Η ιερή εκεχειρία όριζε σε όλες τις ελληνικές πολιτείες τη μη κατάκτηση της Ολυμπίας αλλά και τη διακοπή κάθε πολεμικής εχθροπραξίας όταν άρχιζε η περίοδος των αγώνων. Μόλις έμπαινε ο μήνας των αγώνων, την εκεχειρία αυτή τη διαλαλούσανε σε όλους τους ελληνικούς δήμους ειδικοί κήρυκες που τους όριζαν οι επιμελητές του ιερού της Ηλείας.



Θέσπιση των αγώνων



Με την πάροδο του χρόνου, ο θεσμός της Ολυμπιακής εκεχειρίας και των Ολυμπιακών αγώνων έγιναν όλο και πιο δημοφιλής σε όλο τον Ελλαδικό χώρο. Ενώ αρχικά στους αγώνες έπαιρναν μέρος μόνο κάτοικοι της Ήλιδας, σταδιακά διευρύνθηκε ο κανονισμός, ώστε να επιτρέπονται αθλητές από την Αρκαδία, την Λακεδαιμονία και την Μεσσηνία, ακόμα και από όλη την Πελοπόννησο και τα Μέγαρα. Ακολούθησαν οι εκτός Πελοποννήσου πόλεις των Αθηνών και της Ιωνίας. Μέχρι τον 4ο αι. π.Χ. όπου και σημειώνεται το τέλος των Ολυμπιακών αγώνων, η συρροή των αθλητών από όλα τα μέρη ήταν μεγάλη. Από τις Αποικίες στην Σικελία και την Μικρά Ασία, την Ρόδο, από την Αίγυπτο (ιδίως την Αλεξάνδρεια), την Κυρήνη και την Φοινίκη, αλλά και από την Ρωμαϊκή αυτοκρατορία έρχονταν αθλητές για να αγωνιστούν στην Ολυμπία. Τελευταίος Ολυμπιονίκης ήταν ο Αρμένιος Αρσακιάδης Artavazd (ή Varaztad).
Από την 37η Ολυμπιάδα (632 π.Χ.) αρχίζουν να παίρνουν μέρος έφηβοι. Ο έφηβος Δαμίσκος από την Μεσσηνία κερδίζει στην 103η Ολυμπιάδα (368 π.Χ.) τον αγώνα δρόμου σε ηλικία δώδεκα ετών.
Η παρακολούθηση των αγώνων επιτρεπόταν σε όλους, ελεύθερους και δούλους, ακόμα και βάρβαρους. Μονάχα απαγορευόταν αυστηρά στις γυναίκες, ίσως γιατί ορισμένοι αθλητές αγωνίζονταν γυμνοί. Για όποια μάλιστα τολμούσε να παραβεί τη διαταγή αυτή, υπήρχε η ποινή του θανάτου. Ωστόσο, μία γυναίκα που ανήκε σε σπουδαία αθλητική οικογένεια και λαχταρούσε να καμαρώσει νικητές μέσα στο στάδιο τους δικούς της, δε δίστασε να ντυθεί άντρας και να περάσει μέσα στους θεατές των αγώνων. Ήταν η Καλλιπάτειρα, κόρη του περίφημου Ρόδιου Ολυμπιονίκη Διαγόρα, αδελφή και μητέρα επίσης νικητών στις Ολυμπιάδες. Αυτή ακριβώς η συγγένειά της με ξεχωριστούς αθλητές έκανε ίσως τους Ελλανοδίκες να της συγχωρήσουνε την παράβαση και να της επιτρέψουνε τιμητικά να παρακολουθήσει τους αγώνες.
Επίσης σημειώνεται μεμονωμένα και τίμηση γυναικών, πράγμα που δεν ήταν σύνηθες φαινόμενο, αφού η συμμετοχή ήταν καθαρά ανδρικό προνόμιο. Στα ιππικά αθλήματα της αρματοδρομίας και της ιππασίας όμως το βραβείο πήγαινε στον ιδιοκτήτη του αλόγου, που δεν ήταν αναγκαστικά ο ίδιος ο ιππέας που έπαιρνε μέρος. Έτσι έχουμε την Σπαρτιάτιδα Κυνίσκα, θυγατέρα του Αρχίδαμου και αδερφή του Αγησίλαου, που τιμήθηκε με το κλαδί ελιάς και στην οποία έκτισαν ηρώο και αφιέρωσαν ανδριάντες.
Συχνά μπορούσε κάποιος ν' ανακηρυχθεί Ολυμπιονίκης χωρίς να αγωνιστεί έγκαιρα στο στάδιο ή δίσταζε να λάβει μέρος από φόβο μη νικηθεί. Τέλος, σε περίπτωση που ο αριθμός των αγωνιστών σε κάποιο άθλημα ήτανε περιττός, απόμενε μετά την κλήρωση των ζευγαριών ένας αθλητής που λεγόταν έφεδρος. Αυτός περίμενε με ακμαίες τις σωματικές του δυνάμεις να συναγωνιστεί μ' εκείνον που ύστερα από αλλεπάλληλους αγώνες θα είχε καταβάλει τους άριστους από κάθε ζεύγος αθλητών.

Κατάργηση των αγώνων

Οι Ολυμπιακοί Αγώνες διατηρήσανε την αίγλη τους σε όλη την ελληνική αρχαιότητα και όσοι νικούσαν σε αυτούς δοξάστηκαν από λαμπρούς ποιητές, όπως ο Πίνδαρος, ο Συμωνίδης ο Κείος και ο Βακχυλίδης. Όταν όμως επικράτησαν οι Ρωμαίοι, το ευγενικό πνεύμα των αγώνων άρχισε να νοθεύεται με βίαια θεάματα και σιγά-σιγά οι Έλληνες αθλητές αποσύρθηκαν και δεν έπαιρναν μέρος στους αγώνες. Έτσι, ο θεσμός των Ολυμπιακών Αγώνων έχασε τη σημασία του. Όταν ο Χριστιανισμός έγινε η επίσημη θρησκεία της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, οι Ολυμπιακοί θεωρούνταν πια σαν μία παγανιστική γιορτή, και το 393, ο αυτοκράτορας Θεοδόσιος απαγόρευσε τη διεξαγωγή τους. Με αυτό τον τρόπο τελείωσε μιά περίοδος χιλίων χρόνων κατά την οποία οι Ολυμπιακοί διεξάγονταν συνέχεια κάθε τέσσερα χρόνια.



Αναβίωση των Aγώνων



Είναι γνωστό ότι κατά τον 17ο αιώνα γινόταν κάποια γιορτή η οποία έφερε το όνομα "Ολυμπιακοί αγώνες" στην Αγγλία. Παρόμοιες εκδηλώσεις ακολούθησαν στους επόμενους αιώνες στην Γαλλία και Ελλάδα οι οποίες όμως ήταν μικρής έκτασης και σίγουρα όχι διεθνείς. Το ενδιαφέρον για τους Ολυμπιακούς μεγάλωσε όταν ανακαλύφθηκαν τα ερείπια της αρχαίας Ολυμπίας από Γερμανούςαρχαιολόγους στα μέσα του 19ου αιώνα.
Ο Εδεσσαίος λόγιος Μηνάς Μηνωίδης, που τότε δίδασκε την αρχαία ελληνική γλώσσα σε πανεπιστήμιο του Παρισίου, μετέφρασε και δημοσίευσε στη γαλλική το "Γυμναστικό" του Φιλόστρατου (1858), και τη συνόδευσε με κείμενό του, περί της ανάγκης αναβίωσης των Ολυμπιακών Αγώνων[1].
Πιέρ ντε Κουμπερτέν
Λίγο αργότερα, ο βαρώνος Πιέρ ντε Κουμπερτέν, ο οποίος ήταν Γενικός Γραμματέας των γαλλικών αθλητικών σωματείων, προσπαθούσε να δικαιολογήσει την ήττα των Γάλλων στονΓαλλοπρωσικό πόλεμο (1870-1871). Πίστευε ότι ο λόγος της ήττας ήταν επειδή οι Γάλλοι δεν είχαν αρκετή φυσική διαπαιδαγώγηση και ήθελε να την βελτιώσει. Ο Κουμπερτέν ήθελε επίσης να ενώσει της εθνότητες και να φέρει μαζί την νεολαία με τον αθλητισμό παρά να γίνονται πόλεμοι. Πίστευε ότι η αναβίωση των Ολυμπιακών Αγώνων θα πετύχαινε και τους δύο πιο πάνω σκοπούς του.
Σε ένα συνέδριο στο πανεπιστήμιο της Σορβόνης στο Παρίσι που έγινε από τις 16 μέχρι τις 23 Ιουνίου, το 1894 παρουσίασε τις ιδεές του σε ένα διεθνές ακροατήριο. Την τελευταία μέρα του συνεδρίου αποφασίστηκε να διεξαχθούν οι πρώτοι μοντέρνοι Ολυμπιακοί αγώνες το 1896 στην Αθήνα, την πόλη και την χώρα που τους γέννησε. Έτσι γεννήθηκε η Διεθνής Ολυμπιακή Επιτροπή (ΔΟΕ) για να διοργανώσει τους Αγώνες με πρώτο πρόεδρο τον Έλληνα Δημήτριο Βικέλα, γενικό γραμματέα τον βαρώνο Πιέρ ντε Κουμπερντέν και μέλη προσωπικότητες από διάφορα κράτη.
Οι πρώτοι σύγχρονοι Ολυμπιακοί Αγώνες γνώρισαν μεγάλη επιτυχία. Αν και οι αθλητές που πήραν μέρος δεν ξεπερνούσαν τους 250, ήταν η μεγαλύτερη αθλητική διοργάνωση που έγινε ποτέ. Οι Έλληνες αξιωματούχοι και το κοινό ήταν ενθουσιασμένοι και ζήτησαν να έχουν το μονοπώλιο των αγώνων. Η ΔΟΕ όμως αποφάσισε διαφορετικά και οι δεύτεροι Ολυμπιακοί Αγώνες έγιναν το 1900 στο Παρίσι (Γαλλία).

Ολυμπιακός Ύμνος
Τον Ολυμπιακό ύμνο έγραψε ο μουσικός Σπύρος Σαμαράς. Το 1896 προσέθεσε τους στίχους ο Κωστής Παλαμάς. Ο Ολυμπιακός ύμνος έχει ως εξής:

Αρχαίο Πνεύμα αθάνατο, αγνέ πατέρα
του ωραίου, του μεγάλου και τ' αληθινού,
κατέβα, φανερώσου κι άστραψε εδώ πέρα
στη δόξα της δικής σου γης και τ' ουρανού
στο δρόμο και στο πόλεμο και στο λιθάρι
στων ευγενών αγώνων λάμψε την ορμή,
και με τ' αμάραντο στεφάνωσε κλωνάρι
και σιδερένιο πλάσε κι άξιο το κορμί.

Κάμποι, βουνά και πέλαγα φέγγουν μαζί σου
σαν ένας λευκοπόρφυρος μέγας ναός
και τρέχει στο ναό εδώ προσκυνητής σου
αρχαίο πνεύμα αθάνατο, κάθε λαός

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Apture